home Ενυδρείο άγριος δίσκος – η πρόκληση

άγριος δίσκος – η πρόκληση

Μοιραστείτε με τους φίλους σας
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  

Γράφει ο Νίκος Ψάλτης, ερασιτέχνης εκτροφέας, www.aquazone.gr

Blue Diamond, Marlrboro Red, Snake Skin, Red Dragon, Pigeon Blood, Albino…
Εντυπωσιακά ονόματα, που παραπέμπουν σε εντυπωσιακούς συνδυασμούς χρωμάτων, απίθανα ψάρια, που δεσπόζουν στις βιτρίνες των ενυδρειακών καταστημάτων, στις ιστοσελίδες των αναπαραγωγών και στα ενυδρεία των δισκόφιλων χομπιστών.
Τι σχέση όμως, μπορεί να έχουν τα φαντασμαγορικά αυτά υβρίδια με τους άγριους προγόνους τους, από τους οποίους προέρχονται; Μεγάλες Ασιατικές φάρμες αναπαραγωγής δίσκων αναπαράγουν, αναπτύσσουν και εκτρέφουν δίσκους σε περιβάλλοντα ουδέτερου έως ελαφρώς αλκαλικού pΗ(8). Σε κρυστάλλινα, διαυγέστατα νερά. Με διαιτολόγιο, το οποίο αποτελείται από τεχνητές τροφές, οι πρώτες ύλες των οποίων δεν έχουν καμία σχέση προέλευσης με τις τροφές των φυσικών υδροβιοτόπων. Με συστηματική προσθήκη “ενισχυτικών” ανάπτυξης, βιταμινών και τόσα άλλα… Δίσκοι που συμβιώνουν, χωρίς κανένα πρόβλημα και δυσκολία, σε κοινοβιακά ενυδρεία, με είδη που προέρχονται από υδροβιότοπους άλλων Ηπείρων. Σε περιβάλλοντα που δε θυμίζουν, ούτε στο παραμικρό, τα χαρακτηριστικά του μεγαλειώδους και μοναδικού οικοσυστήματος του Αμαζονίου.

Τι ισχύει όμως στη φύση;
Πώς είναι οι υδροβιότοποι όπου γεννιούνται, αναπτύσσονται, αναπαράγονται και πεθαίνουν οι άγριοι δίσκοι; Τι συνθήκες επικρατούν; Ποια είναι τα είδη των άγριων δίσκων;
Θεωρώ υποχρέωσή μου να τιμήσω με αυτό το κείμενο τους ιστορικούς φυσικούς παππούδες των ψαριών, που όλοι θαυμάζουμε και καμαρώνουμε στα ενυδρεία μας, με την καταγραφή γενικών πληροφοριών, οι οποίες αφορούν στα χαρακτηριστικά, στις συνήθειες και στο φυσικό περιβάλλον του “Αριστοκράτη” των ψαριών στα ενυδρεία, του “Βασιλιά” των ψαριών στη φύση, του “Άγριου Δίσκου”, (Wild Discus).

Αμαζόνιος
Το όνομα “Αμαζόνιος” αποδόθηκε στην περιοχή από τον πρώτο εξερευνητή, τον Ισπανό Ορελλιάνα, ο οποίος κατέβηκε τον Αμαζόνιο από τις πηγές του, στις Άνδεις, μέχρι τις εκβολές του. Κατά την διαδρομή του, ο Ορελλιάνα αναγκάστηκε να πολεμήσει συχνά με τους ιθαγενείς της άγριας φυλής των Ταπούγια.
Στις μάχες αυτές πολέμησαν γενναία στο πλευρό των ανδρών και οι γυναίκες της φυλής. Αυτό προξένησε μεγάλη εντύπωση στον Ισπανό εξερευνητή, που τις παρομοίωσε με τις μυθικές Αμαζόνες και έδωσε το όνομα στην περιοχή σαν “Ποταμός των Αμαζόνων” ή διαφορετικά “Αμαζόνιος Ποταμός”. Ο Αμαζόνιος αποτελεί τον μεγαλύτερο ποταμό της Βραζιλίας και της Νότιας Αμερικής. Πηγάζει από την οροσειρά των Άνδεων, διαρρέει το Περού, την Κολομβία και το μεγαλύτερο μέρος της Βραζιλίας και εκβάλλει στον Ατλαντικό Ωκεανό.Είναι ο τρίτος σε μήκος ποταμός του κόσμου και υπολογίζεται ότι ρίχνει στη θάλασσα 120.000 κυβικά μέτρα νερό ανά δευτερόλεπτο.
Κατά τη διαδρομή του ενώνεται με χιλιάδες μικρούς και μεγάλους παραπόταμους της ευρύτερης περιοχής, όπως είναι οι Rio Negro, Napo, Maragnon, Madeira κ.α. και όλοι μαζί σχηματίζουν έναν τεράστιο υδροβιότοπο, που μαζί με τα έλη μοιάζει σαν μια γιγαντιαία λίμνη, περιστοιχισμένη με τεράστια υπεραιωνόβια τροπικά δάση βροχής. Το πλάτος του ποταμού φτάνει μέχρι και τα 60 χιλιόμετρα, ενώ το μεγαλύτερο βάθος, σε ορισμένα σημεία, είναι μερικές δεκάδες μέτρα. Η ποσότητα του νερού βέβαια, επηρεάζεται και από τις περιόδους των βροχών, όπου το κεντρικό ποτάμι και οι παραπόταμοι “φουσκώνουν” και η στάθμη των νερών ανεβαίνει κατά πολύ, καλύπτοντας έτσι μεγάλες χερσαίες περιοχές ακόμα και τα δέντρα. Λόγω της ιδιαίτερα υψηλής υγρασίας στην περιοχή, έχει δημιουργηθεί ένα τεράστιο τροπικό δάσος, το οποίο αποτελεί το μεγαλύτερο φυσικό πνεύμονα του πλανήτη μας, παρά τις τεράστιες καταστροφές που του έχουν προξενήσει οι ανθρώπινες δραστηριότητες. Η ζούγκλα του Αμαζονίου φιλοξενεί εκατομμύρια είδη ζώων και φυτών, που ζουν αποκλειστικά στην περιοχή. Μεταξύ των ζώων αυτών, αναφορικά είναι το μεγαλύτερο φίδι στον κόσμο, ο Ανακόντας, διάφορα είδη κροκοδείλων, υδρόβιες αγελάδες, το σαρκοβόρο ψάρι Piranhas και φυσικά τα είδη του γένους Symphysodon Discus. Ένα ιδιόμορφο είδος ψαριού, που ζει και αναπτύσσεται σε χαρακτηριστικούς υδροβιότοπους της περιοχής, ανάμεσα στις ρίζες των δένδρων και που αποτελεί το αντικείμενο αυτού του άρθρου.

Υδροβιότοποι
Παρ’ όλο που οι κλιματολογικές συνθήκες και οι παράμετροι των υδάτων της ευρύτερης περιοχής του Αμαζονίου είναι περίπου ίδιες, με μικρές μεταβολές, όσον αφορά τις εποχές, εμφανίζονται μικρές αλλά αξιόλογες αποκλίσεις σε ορισμένες περιοχές. Οι χαρακτηριστικές αυτές αποκλίσεις των περιοχών, αφορούν στις διακυμάνσεις της οξύτητας, της γενικής σκληρότητας και του χρώματος των νερών, των ποταμών και των λιμνών. Αυτές οι αποκλίσεις οφείλονται κυρίως στο ρυθμό ανανέωσης των νερών και ορίζουν τους υδροβιότοπους. Έτσι, διακρίνουμε περιοχές όπου τα νερά ανανεώνονται με σχετικά γρήγορους ρυθμούς και αναφερόμαστε σε υδροβιότοπους ή ποταμούς ροής (Stream) και αντίστοιχες περιοχές όπου τα νερά ανανεώνονται με βραδείς ρυθμούς (creek), δηλαδή περιοχές λιμνών, κολπίσκων, ρυακιών αλλά και μικρών ή μεγάλων ποταμών.
Όπως ήδη έχει αναφερθεί, υπάρχουν χιλιάδες, συγκεκριμένα πάνω από 1100, μικροί και μεγάλοι παραπόταμοι, οι οποίοι εκβάλλουν στο κυρίως σώμα του Αμαζόνιου. Ορισμένοι μάλιστα, έχουν μήκος που ξεπερνά τα 1000 μίλια! Κατά τη διαδρομή τους, αυτοί οι παραπόταμοι σχηματίζουν λεκάνες, όπου συγκεντρώνονται μεγάλοι όγκοι νερού, με σχετικά αργή ροή και απαρτίζουν τις λίμνες (lakes). Σε άλλα σημεία της διαδρομής τους, όπου αλλάζουν κατεύθυνση, σχηματίζουν μεγάλες αγκύλες, στις οποίες και πάλι το νερό ρέει με αργές ταχύτητες. Στα σημεία αυτά σχηματίζονται χαρακτηριστικές πεταλοειδείς λίμνες (oxbow lakes). Τα σημεία των παραποτάμων αργής ροής και οι διάφορες λίμνες, αποτελούν τους κατ’ εξοχήν υδροβιότοπους πολλών ειδών ψαριών και ιδιαίτερα των άγριων δίσκων.
Οι ποταμοί, κατά τη διαδρομή τους, εμπλουτίζονται συνεχώς με διάφορα υλικά της στεριάς, τα οποία δίνουν ένα χαρακτηριστικό χρώμα στα νερά τους. Έτσι διακρίνουμε τους ποταμούς με μαύρα νερά (blackwater), άσπρα νερά (whitewater) και διαυγή ή καθαρά νερά (clearwater).

Blackwater
Η ονομασία “Μαύρο νερό” οφείλεται στο σκούρο έντονο καφέ χρώμα, που παίρνουν τα νερά των υδροβιοτόπων αυτών, λόγω της παρουσίας αδιάλυτων στοιχείων ή άλλων που διαλύονται πολύ αργά. Το μεγαλύτερο μέρος των στοιχείων αυτών αποτελούν οι τανίνες, οι οποίες είναι αποτέλεσμα του ξεπλύματος των τροπικών δασών από τις φυτικές ύλες (φύλλα, ξύλα κ.λπ.), που βρίσκονται σε αποσύνθεση.
Παρ’ όλο το σκούρο καφέ χρώμα τους, τα νερά αυτά χαρακτηρίζονται από την εντυπωσιακή διαύγειά τους, η οποία ξεπερνά τα 9 μέτρα.
Η χαρακτηριστική αυτή διαύγεια χάνεται για μερικές ώρες ή ημέρες, μετά από βροχές ή καταιγίδες και επανέρχεται πάλι στη αρχική κατάσταση, μόλις οι συνθήκες ισορροπήσουν. Χαρακτηριστικό των νερών αυτών είναι η έντονη οξύτητα ( pΗ 3,5-6,00), που τα καθιστά σχεδόν αποστειρωμένα νερά από παράσιτα και βακτηρίδια, διατηρώντας τους ρυθμούς ανάπτυξης των αποικιών αυτών στο ελάχιστο.
Για το λόγο αυτό, τα ποτάμια με μαύρα νερά θεωρούνται από πολλούς σαν τα πιο καθαρά ποτάμια στη φύση, συγκρίνοντας το νερό με τα σχεδόν αποστειρωμένα τεχνητά αποστάγματα νερού.
Η χημεία των Blackwater παρεμποδίζει τον πολλαπλασιασμό των νυμφών των εντόμων, με αποτέλεσμα τα δάση γύρω απ’ αυτά να εμφανίζουν μειωμένους πληθυσμούς κουνουπιών. Γενικά, τα ποτάμια με τέτοιας ποιότητας νερά εμφανίζουν πολύ λιγότερο βιοφορτίο οργανισμών, σε σύγκριση με τα αντίστοιχα Clearwater ή Whιtewater, και ιδιαίτερα σε είδη ψαριών.
Ο ποταμός Rio Negro, στη Βραζιλία, αποτελεί το χαρακτηριστικό, αντιπροσωπευτικό παράδειγμα ποταμού “Μαύρων Υδάτων”.
Είναι από τα μεγαλύτερα, τέτοιου είδους, ποτάμια στον κόσμο, σε αντίθεση με το Αμαζόνιο (Rio Solimones), που αποτελεί αντίστοιχο χαρακτηριστικό παράδειγμα “Λευκών Υδάτων”.

Αξιόλογο είναι να αναφερθεί ότι οι δύο ποταμοί, σε κάποιο σημείο της πορείας τους, ενώνονται και για αρκετά μίλια, τα νερά του ενιαίου πλέον ποταμού παρουσιάζουν την ιδιότυπη εικόνα μισού μαύρου και μισού λευκού ποταμού, μέχρι να αναμειχθούν οριστικά. Αυτού του είδους τα νερά αποτελούν τους κατ’ εξοχήν υδροβιότοπους για όλα σχεδόν τα είδη των άγριων δίσκων, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων.

Whitewater
Η αρχική εντύπωση, την οποία δίνουν τα νερά αυτά σε κάποιον που τα αντικρίζει για πρώτη φορά, είναι ότι πρόκειται για λασπώδη ή μολυσμένα νερά. Στην πραγματικότητα όμως, η χαρακτηριστική αυτή καφετί απόχρωση των νερών οφείλεται στην έντονη παρουσία αδιάλυτων ιζημάτων, τα οποία, λόγω της συνεχούς ροής των ποταμών, δεν καθιζάνουν ποτέ.

Κάθε μέρα, τόνοι τέτοιων ιζημάτων, προερχόμενα από τα βουνά και τα γύρω τροπικά δάση, καταλήγουν στο σώμα των ποταμών, ιδιαίτερα κατά τις περιόδους των έντονων βροχοπτώσεων. Παρ’ όλο που τα νερά των ποταμών αυτών έχουν χαρακτηριστικό καφετί χρώμα, το οποίο μοιάζει με το χρώμα του τσαγιού, αποκαλούνται λευκά νερά (whitewater) ή καφέ νερά.
Επειδή οι ποταμοί των λευκών νερών εμπλουτίζονται συνεχώς με τα όξινα νερά μεγάλου αριθμού παραποτάμων, έχουν μαλακό νερό, ως προς τη σκληρότητα, με ελαφρώς όξινο ή ουδέτερο pΗ (6,3-7,0).

Χαρακτηριστικό των λευκών νερών είναι ότι -λόγω της λασπώδους σύστασης έχουν πολύ μικρή διαύγεια, με αποτέλεσμα την περιορισμένη ορατότητα. Έτσι, ορισμένα είδη ζώων, που ζουν στα νερά αυτά, έχουν αναπτύξει ηχοβολιστικά συστήματα (sonars), για να μπορούν να κατευθύνονται, ενώ η όρασή τους είναι ελάχιστη (π.χ. το ποταμίσιο δελφίνι). Στα λευκά νερά, συναντάμε ελάχιστα είδη δίσκων.
Όπως, για παράδειγμα, το υβρίδιο της περιοχής Marimari.

Red Rio Ica Σημ. Το σπάνιο και μοναδικό αυτό ψάρι, ανακάλυψε ο σύγχρονος εξερευνητής και μελετητής των άγριων δίσκων H. Bleher, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, στην περιοχή του Αμαζονίου Rio Ica. Από τότε μέχρι σήμερα, δεν έχει βρεθεί δεύτερο παρόμοιο ψάρι, παρά τις επίμονες προσπάθειες των αναπαραγωγών, προκειμένου να δημιουργήσουν νέες ποικιλίες υβριδίων.

Clearwater
Οι ποταμοί με καθαρά νερά (clearwaterbluewater), ενώ θεωρούνται αργής ροής (creek), επειδή διατρέχουν ανάμεσα σε βραχώδεις περιοχές, με στενά περάσματα σε πολλά σημεία της διαδρομής τους, δίνουν την εντύπωση ποταμών μεγάλης ροής. Δε συναντώνται στις πεδινές περιοχές των τροπικών δασών βροχής, αλλά στις ορεινές βραχώδεις δασικές περιοχές και συγκεκριμένα της Γουιάνας και της Βραζιλίας. Τα καθαρά νερά παρουσιάζουν υψηλότερο pΗ και αυξημένη σκληρότητα, σε σύγκριση με τα προαναφερόμενα είδη νερών των πεδινών ποταμών.
Αυτό οφείλεται στη συνεχή διάβρωση των βραχωδών σχηματισμών και τον συνεχή εμπλουτισμό τους με ορυκτά στοιχεία.
Λόγω της έντονης διάλυσης διαφόρων στοιχείων, τα ποτάμια αυτά εμφανίζουν έντονη υδρόβια βλάστηση, με έντονη την παρουσία άλγης στις προσήλιες επιφάνειες των βράχων του βυθού.
Συνθήκες που δημιουργούν ιδανικό υδροβιότοπο και για ένα άλλο, επίσης δημοφιλές στους χομπίστες των ενυδρείων, είδος ψαριών της οικογένειας των Λορικαριδών (Loricariidae-sucher mouth catfish). Στα νερά αυτά δε συναντούμε είδη άγριων δίσκων.

Λίγα λόγια για την Ιστορία
Οι Ιθαγενείς της περιοχής του Αμαζονίου, από τα πολύ παλιά χρόνια, γνώριζαν καλά τα διάφορα, άγνωστα για τους Ευρωπαίους, είδη ψαριών, που ζούσαν στους κύριους ποταμούς και τους παραποτάμους.
Ο λόγος ήταν ότι αποτελούσαν μέρος της κύριας διατροφής τους και συνήθιζαν να τα ψαρεύουν με τόξα και βέλη, από τη στεριά ή από τις αυτοσχέδιες βάρκες τους. Παρ’ όλα αυτά όμως, αναφέρεται ότι έδειχναν ιδιαίτερο σεβασμό για το ψάρι δίσκος, το οποίο θεωρούσαν σύμβολο γονιμότητας και έτσι απέφευγαν να το κυνηγούν. Η επαφή των ανθρώπων της λευκής φυλής με τον άγριο δίσκο έγινε για πρώτη φορά κατά το έτος 1832. Εκείνη τη χρονική περίοδο, ο βοηθός του επικεφαλής του Αυτοκρατορικού Ινστιτούτου Φυσικής Ιστορίας της Αυστρίας, ο οποίος ήταν και ο αρχηγός της εξερευνητικής αποστολής στον Αμαζόνιο, η οποία ξεκίνησε το 1817, Johann Baptist Natterer, ήταν ο πρώτος λευκός που έπιασε το άγνωστο μέχρι τότε για τους Ευρωπαίους είδος ψαριού, σχήματος δίσκου και το μετέφερε, διατηρημένο σε οινόπνευμα, στην πατρίδα του.
Σε αυτήν την εξερευνητική αποστολή, ο Natteren και τα υπόλοιπα μέλη της εξερευνητικής ομάδας συνέλεξαν χιλιάδες είδη ψαριών, επίσης άγνωστα για τον υπόλοιπο κόσμο, τα οποία επίσης μετέφεραν στην Αυστρία σε κατάσταση μουμιοποίησης.
Λίγα χρόνια αργότερα, το ψάρι αυτό μελετήθηκε από τον καθηγητή ιχθυολογίας στην Βιέννη, Johann Jacob Heckel, από τον οποίο αποδόθηκε και η επιστημονική ονομασία του σαν Symphysodon Discus, ο οποίος παρουσίασε την μελέτη του το έτος 1840. Η ονομασία, η οποία προέρχεται από τις Ελληνικές λέξεις «Σύμφυση» – «Δόντι» – «Δίσκος», προέκυψε από την ιδιομορφία που παρουσιάζει το ψάρι στην κάτω γνάθο.
Τα δύο τμήματα της γνάθου ενώνονται (Σύμφυση) στο κέντρο του στόματος, σχηματίζοντας ένα οδοντικό έπαρμα (Οδούς), όπου βρίσκονται μικρά δόντια, ενώ τα εκατέρωθεν τμήματα είναι νωδά. Το δεύτερο συνθετικό της επιστημονικής ονομασίας του ψαριού, όπως είναι αυτονόητο, προέρχεται από το σχήμα του (Δίσκος).
Με την πάροδο των ετών και για λόγους απλούστευσης του όρου, επικράτησε η κοινή ονομασία Discus Heckel, προς τιμή του πρώτου μελετητή των άγριων δίσκων και αναφέρεται αποκλειστικά στο είδος Symphysodon Discus.

Ταξινόμηση
Όπως αναφέραμε στο προηγούμενο κεφάλαιο, το πρώτο είδος δίσκου που ανακαλύφθηκε και μελετήθηκε από τους Ευρωπαίους είναι ο Symphysodon Discus ή Discus Heckel. Αρκετές δεκαετίες μετά τη δημοσίευση της εργασίας του Heckel, ένα άλλος μεγάλος ιχθυολόγος της εποχής, με πολλές διδακτορικές μελέτες που αφορούσαν στις Κιχλίδες, ο Γάλλος Jacques Pellegrin μελέτησε έναν μεγάλο αριθμό δειγμάτων δίσκων, που συνέλεξε για λογαριασμό του ο συμπατριώτης του Clement Jobert. O Pellegrin, μελετώντας τα νέα δείγματα, παρατήρησε ότι υπάρχουν είδη δίσκων τα οποία διαφέρουν κατά πολύ από την αρχική περιγραφή του Symphysodon Discus. Από τα δείγματα του Jobert, μόνο ένα, το οποίο είχε συλλεχθεί από την περιοχή Manaus, είχε τα χαρακτηριστικά της περιγραφής του Heckel.
Αντίθετα, τρεις ή τέσσερις ομάδες δειγμάτων, προερχόμενες από τις περιοχές Santarem, Teffe και Calderon, διέφεραν κατά πολύ, τόσο ώστε δεν μπορούσαν να ταξινομηθούν στην αρχική κατηγορία Symphysodon Discus και ανήκαν σε νέα είδη. Συνοπτικά οι βασικές διαφορές των ειδών αναφέρονται πιο κάτω.
Ο πρώτος τύπος εμφάνιζε τρεις έντονες λουρίδες και ένα μεγάλο αριθμό από παράλληλες οριζόντιες γραμμώσεις, εναλλασσόμενες με σκούρο και φωτεινό χρωματισμό (Heckel Discus).

Ο δεύτερος τύπος (aequifasciata) εμφάνιζε εννέα γραμμώσεις με ομοιόμορφα μεταξύ τους διαστήματα, χωρίς παράλληλες οριζόντιες γραμμώσεις

Έτσι, δημιουργήθηκε ένα δεύτερο είδος δίσκου (Second Discus), το οποίο ανακοινώθηκε από τον Pellegrin, με τη δημοσίευση της εργασίας του το έτος 1904, με το όνομα Symphysodon Discus Aequifasciatus, που επικράτησε με την κοινή ονομασία Green Discus (Πράσινος Δίσκος).

Η πιο πάνω ταξινόμηση όμως, δεν ικανοποίησε πολλούς από τους μεταγενέστερους ερευνητές, οι οποίοι πίστευαν ότι υπάρχουν περισσότερες από δύο κατηγορίες δίσκων, όπως και υποκατηγορίες αυτών. Το έτος 1960 ο ιχθυολόγος Leonard P. Schultz, από το Albion του Michigan, πρόσθεσε δύο υποκατηγορίες στην κατηγορία Symphysodon Discus Aequifasciatus.
Έτσι, επικράτησαν οι παρακάτω υποκατηγορίες: Genus Symphysodon είδη
1. Symphysodon Discus Heckel (Heckel 1840)
2. Symphysodon Aequifasciatα Aequifasciaτα (Pellegrin 1904)
3. Symphysodon Aequifasciatα Haraldi (νέο είδος Schultz 1960)
4. Symphysodon Aequifasciatα Axelordi (νέο είδος Schultz 1960)
Οι ονομασίες Haraldi και Axelordi προέρχονται από τους Harald Schultz και Herbert R. Axelrod, συλλέκτες ψαριών της περιοχής του Αμαζονίου.

Στις πιο πάνω επικρατέστερες βασικές κατηγορίες, έχουν προστεθεί σήμερα και άλλες υποκατηγορίες και διάφορες ποικιλίες. Επίσης, έχουν ανακαλυφθεί, σχετικά πρόσφατα, αταξινόμητα είδη, που πιθανά να ανήκουν σε νέα είδη (Bleher 2006), τα οποία αναφέρονται σα νέες ανακαλύψεις δίσκων του 20ού αιώνα. Αναφέρουμε ενδεικτικά μερικά από τα νέα (;) αυτά είδη: Black Discus (1983 Rio Uatuma), Coari (1983 Lago de Coari), Blue Headed Heckel Discus (1970 Rio Xeruini, 1998 Nhamunda) και ο εντυπωσιακός, αλλά ταυτόχρονα και μοναδικός που έχει συλληφθεί ποτέ, Red Rio Ica.

Παρουσίαση – Περιγραφή των Βασικών Ειδών

Symphysodon Discus Heckel (Heckel 1840)

Φυσική περιγραφή: Στο σώμα του ενήλικου ψαριού επικρατούν τα χρώματα άτονο (παλ) κόκκινο και ανοιχτό μπλε τυρκουάζ, που το καλύπτουν σε όλο το μήκος, με μορφή λεπτών γραμμώσεων ή φλεβών. Τα άνω και κάτω πτερύγια έχουν το ίδιο χρώμα με το υπόλοιπο σώμα, ενώ το ουραίο και τα θωρακικά είναι διαφανή.
Όταν το ψάρι βρίσκεται σε νεαρή ηλικία, δεν εμφανίζει τις χαρακτηριστικές αυτές γραμμώσεις, αλλά μία άτονη καφέ απόχρωση.

Μέγεθος: Το ενήλικο ψάρι μπορεί να φτάσει έως τα 20 εκατοστά.

Παρεμφερή είδη: Όλα τα υπόλοιπα είδη του γένους Symphysodon. Δηλαδή: S. aequifaciatus aequifaciatus, S. aequifaciatus axelrodi, S. aequifaciatus haraldi, και S. discus willischwartzi Φυσική Γεωγραφική προέλευση: Νότιος Αμερική. Απαντάται στην ευρύτερη περιοχή του Αμαζονίου και συγκεκριμένα στους ποταμούς και παραποτάμους των Amazon, Madeira, Negro, Purus, και Xingu.

Επίπεδο διαβίωσης: Την μεγαλύτερη δραστηριότητα την εμφανίζει στο βυθό, όπου συνεχώς αναζητά οργανικά υπολείμματα τροφής, και στα μεσόνερα.

Παράμετροι νερού: pH 5.5-6.5 (6.0), 0-3 dH (1), 27-32°C Κοινωνική συμπεριφορά: Ιδιαίτερα φιλήσυχο ψάρι. Του αρέσει να βρίσκεται σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες.

Διατροφή: Ζωικές τροφές, όπως νύμφες εντόμων, κόκκινα σκουλήκια, έντομα του νερού, χερσαίοι οργανισμοί, ασπόνδυλα του νερού κ.α. Επίσης, φυτικές τροφές, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της υψηλής στάθμης των νερών, όπου οι φυτικές πρωτεΐνες αποτελούν το 52% της κύριας διατροφής του. Τέτοιες είναι φρούτα, φύλλα, λουλούδια κ.α.

Διαχωρισμός Φύλου: Είναι πολύ δύσκολη η αναγνώριση του φύλου. Τα ενήλικα αρσενικά, ίσως αναπτύσσουν ένα μικρό εξόγκωμα στο μέτωπο, αλλά αυτό δεν είναι πάντα σίγουρη διαφορά. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής, η εμφάνιση της αναπαραγωγικής θηλής είναι η καλύτερη διάκριση των φύλων. Αυτή είναι στρογγυλή στα θηλυκά και μυτερή στα αρσενικά.

Αναπαραγωγή: Υψηλός βαθμός δυσκολίας (9). Η αναπαραγωγή του δίσκου Heckel, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, είναι η πιο δύσκολη από όλα τα είδη. Οι τακτικές αλλαγές του νερού μπορεί να βοηθήσουν αρκετά. Οι καταλληλότερες συνθήκες νερού είναι: pΗ 6.0-6.4, GH 0-2 και θερμοκρασία 29-32 βαθμοί Κελσίου. Παρόλο που έχει επιτευχθεί αναπαραγωγή δίσκων Heckel, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, παραμένει κάτι το πολύ δύσκολο και οι προσπάθειες περιορίζονται μόνο σε χομπίστες με πολύ μεγάλη εμπειρία.

Παραλλαγές: Αναφέρονται δύο παραλλαγές: ο Pineapple Discus (S. discus willischwartzi) και ο Red Discus. Ο πρώτος εμφανίζει ξεθωριασμένα, παστέλ χρώματα, ενώ στον δεύτερο κυριαρχεί το κόκκινο χρώμα, με τυρκουάζ μπλε φλέβες, που καλύπτουν πλήρως το σώμα του. Ειδικά ο Red Discus Heckel, θεωρείται ο ομορφότερος δίσκος του είδους.

Ενυδρειακές απαιτήσεις – Φροντίδα:
Υψηλός βαθμός δυσκολίας (9). Γενικά, ο δίσκος Heckel θεωρείται σαν το δυσκολότερο και απαιτητικότερο είδος του γένους Symphysodon για να διατηρηθεί σε ένα κλειστό σύστημα.

Πολλοί έμπειροι ενυδρειστές, αλλά και ειδικοί, θέτουν σαν όριο επιτυχίας τη διατήρηση ενός Heckel ζωντανού και σε υγιή κατάσταση, για περισσότερο από ένα έτος στο ενυδρείο. Και αυτό οφείλεται στο ότι ο Heckel είναι πολύ ευαίσθητος στις μεταβολές των συνθηκών του νερού, όσο και στις μολύνσεις του, που τον κάνουν έτσι ευάλωτο στις ασθένειες.
Ένα ενυδρείο, που προορίζεται να φιλοξενήσει δίσκους Heckel, πρέπει να έχει χωρητικότητα το ελάχιστο 250 λίτρα και διαστάσεις 120 εκατοστά -το ελάχιστο-μήκος και 50 εκατοστά ύψος.
Επίσης, θα πρέπει να είναι ελαφρά φυτεμένο, με σκούρο λεπτόκοκκο υπόστρωμα.
Όπως όλοι οι δίσκοι, έτσι και ο Heckel απαιτεί πολύ καθαρό νερό και απαλλαγμένο, όσο το δυνατό, από βακτηρίδια.
Προτιμά τα σκούρα χρώματα και τα επιπλέοντα φυτά, τα οποία διαχέουν το φως.
Επίσης, κομμάτια κλαδιών ξύλου και ρίζες, όσο και περιοχές με κάποια σχετικά πυκνή βλάστηση, αποτελούν ιδανικά σημεία για κρυψώνες.
Ταυτόχρονα απαιτούνται και μεγάλες ελεύθερες περιοχές, για να μπορεί να κολυμπάει ελεύθερα. Ένα πολύ καλό σύστημα φίλτρανσης του νερού, χωρίς τη μόνιμη χρήση άνθρακα, για να μην απορροφώνται οι ουσίες που ελευθερώνουν τα ξύλα (Ουμίνες, Τανίνες) και οι τακτικές αλλαγές νερού, θεωρούνται τα βασικά κριτήρια για την εξασφάλιση της άριστης υγείας των ψαριών και την επιτυχή διατήρησή τους στο ενυδρείο. Επίσης, η σταθερή διατήρηση των παραμέτρων του νερού, σε όξινο με pΗ 6,5 και πολύ μαλακό γενικής σκληρότητας 0-3 βαθμών και η υψηλή θερμοκρασία 29-32 βαθμών Κελσίου, θα εξασφαλίσουν μακροπρόθεσμα την υγιή διαβίωσή του.
Να σημειώσουμε, τέλος, ότι ο Heckel είναι ο πλέον ευαίσθητος δίσκος στα αυξημένα επίπεδα νιτρικών. Χαμηλές τιμές ή και μηδενικές τιμές, είναι κάτι που επιβάλλεται.
Είδη που μπορούν να συμβιώσουν με το Heckel, αλλά και με τα υπόλοιπα είδη δίσκων είναι:
catfish (Loricarids, Corydoras), characins (Tetras, Hatchetfish, Pencilfish), cichlids (Apistogramma, Uaru ).
Η πλήρης διατροφή του εξασφαλίζεται με όσο το δυνατό μεγάλη ποικιλία τροφών, όπως ζωντανής (αρτέμια, νύμφες εντόμων), αποξηραμένης (flakes, bits, tubifex worms) και κατεψυγμένης μορφής (καρδιά μοσχαριού, γαλοπούλα, αρτέμια, κόκκινο και άσπρο σκουλήκι).
Οι προσθήκη βιταμινών στην τροφή και χυμού σκόρδου εξασφαλίζουν την τόνωση του ανοσοποιητικού μηχανισμού, την ομαλή ανάπτυξη και την καλή λειτουργία του πεπτικού συστήματος. Απαραίτητο πρόσθετο στη τροφή θεωρούνται και οι φυτικές πρωτεΐνες, που εξασφαλίζονται με τη προσθήκη σπιρουλίνας και σπανακιού σαν υποκατάστατα της φυτικής πρώτης ύλης (φυτά και άλγη).

Symphysodon aequifaciatus aequifaciatus

Green Discus

Φυσική περιγραφή: Η δισκοειδής μορφή του σώματος έχει εννέα σκοτεινές κάθετες λουρίδες, οι οποίες ξεθωριάζουν ανάλογα με την ηλικία. Το κεφάλι και το άνω μέρος του σώματος έχει φλεβικές γραμμώσεις, με τυρκουάζ και μπλε σημάδια. Το χρώμα του μεγαλύτερου τμήματος του σώματος είναι κιτρινωπό – καφέ και τα κατώτερα τμήματα εμφανίζουν συνήθως κόκκινα στίγματα.

Μέγεθος: Έως 15 εκατοστά. Παρεμφερή είδη: S. aequifaciatus axelrodi, S. aequifaciatus haraldi, και S. discus

Φυσική Γεωγραφική προέλευση: Νότιος Αμερική.
Συναντάται στην περιοχή Santarèm, λίμνη Tefè και ποταμούς Purus και Tefè.

Επίπεδο διαβίωσης: Δραστηριοποιείται στο βυθό και στα μεσόνερα. Παράμετροι νερού: pH 5-7 (6.5), 0-5 dH (3), 26-31°C

Κοινωνική συμπεριφορά: Ήρεμο και ειρηνικό ψάρι, με τα γενικά χαρακτηριστικά συμπεριφοράς, που χαρακτηρίζει το είδος Symphysodon.

Διατροφή: Όπως όλα τα είδη του γένους, είναι παμφάγο λαμβάνοντας ζωικές πρωτεΐνες, όπως νύμφες εντόμων, κόκκινα σκουλήκια, έντομα του νερού, χερσαίοι οργανισμοί, ασπόνδυλα του νερού κ.α. και αντίστοιχες φυτικές.
Χαρακτηριστικό είναι, ότι κατά την περίοδο της υψηλής στάθμης υδάτων, η διατροφή του με φυτικές πρωτεΐνες ανέρχεται σε ποσοστό 62% του συνόλου της τροφής που προσλαμβάνει.

Διαχωρισμός Φύλου: Ισχύουν και σε αυτό το είδος τα γενικά χαρακτηριστικά του γένους. Δηλαδή, δεν υπάρχει σαφής διαχωρισμός του φύλου. Τα ενήλικα αρσενικά μπορεί να εμφανίσουν ένα μικρό έπαρμα στο μπροστινό τμήμα του κεφαλιού, αλλά σαφής διαχωρισμός μπορεί να υπάρξει κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής, όπου ξεχωρίζει το σχήμα της αναπαραγωγικής θηλής. Στα αρσενικά εμφανίζεται μυτερή ενώ στα θηλυκά στρογγυλή.

Αναπαραγωγή: Υψηλό βαθμό δυσκολίας (8) εμφανίζει η αναπαραγωγή και αυτού του είδους, σε συνθήκες αιχμαλωσίας.

Παραλλαγές: Υπάρχουν πολλές χρωματικές αποχρώσεις του Green Discus, όπως ο «Royal Green», ο οποίος εμφανίζει έντονα σκούρες τις κάθετες λουρίδες και οι ποικιλίες του «Peruvian Green», ο οποίος εμφανίζει τα περισσότερα κόκκινα στίγματα στο σώμα του, από όλες τι ποικιλίες του είδους. Ο πιο δημοφιλής, όμως, είναι ο «Tefè Green», ο οποίος εμφανίζει ιδιαίτερα σαφείς, πράσινες κάθετες λουρίδες. Άλλοι: “Rio Tefè”, “Red Spotted green”

Ενυδρειακές απαιτήσεις – Φροντίδα: Υψηλός βαθμός δυσκολίας (7). Απαιτεί μεγάλη ποικιλία στη διατροφή του με κατεψυγμένη ή και ζωντανή τροφή.
Ευαίσθητο ψάρι στο κακής ποιότητας ή μολυσμένο νερό. Για το λόγο αυτό, απαιτεί πολύ καλή προπαρασκευή νερού, με τις ανάλογες μετρήσεις, κατά τις αλλαγές.

Symphysodon aequifaciatus haraldi (Schultz 1960)

Blue Discus, Turquoise Discus, Royal Blue Discus

Φυσική περιγραφή: Ο δίσκος του σώματός του έχει εννέα κάθετες λουρίδες, οι οποίες ξεθωριάζουν ανάλογα με την ηλικία. Το χρώμα του σώματος είναι υποκίτρινο – καφέ έως μπλε τυρκουάζ. Τα ραχιαία και εδρικά πτερύγια έχουν χρώμα βαθύ μπλε με κόκκινους ιριδισμούς.
Το κεφάλι και τα ανώτερα τμήματα εμφανίζουν φλεβικές γραμμώσεις με επίσης τυρκουάζ χρωματισμούς.

Μέγεθος: Το ενήλικο ψάρι φτάνει μέχρι 15 εκατοστά.

Παρεμφερή είδη: Τα υπόλοιπα είδη του γένους Symphysodon. S. aequifaciatus aequifaciatus, S. aequifaciatus axelrodi, S. aequifaciatus haraldi.

Φυσική Γεωγραφική προέλευση: Νότιος Αμερική. Συναντάται στην περιοχή Leticia και Benjamin Constant του ποταμού Purus.

Επίπεδο διαβίωσης: Δραστηριοποιείται στο βυθό και στα μεσόνερα. Παράμετροι νερού: pH 5-7 (6.5), 0-6 dH (3), 26-31°C

Κοινωνική συμπεριφορά: Ήρεμο και ειρηνικό ψάρι.

Διατροφή: Οι διατροφικές συνήθειες είναι παρόμοιες του είδους Symphysodon Discus Heckel και γενικότερα του γένους.
Όπως ζωικές τροφές, νύμφες εντόμων, κόκκινα σκουλήκια, έντομα του νερού, χερσαίοι οργανισμοί, ασπόνδυλα του νερού κ.α. Επίσης, φυτικές τροφές, ιδιαίτερα κατά την περίοδο της υψηλής στάθμης των νερών, όπου οι φυτικές πρωτεΐνες αποτελούν το 44% της κύριας διατροφής του. Τέτοιες είναι φρούτα, φύλλα, λουλούδια κ.α.

Διαχωρισμός Φύλου: Τα ίδια ισχύουν γενικά για όλα τα είδη του γένους. Δηλαδή, θεωρείται πολύ δύσκολος ο διαχωρισμός του φύλου. Τα ενήλικα αρσενικά ίσως αναπτύσσουν ένα μικρό εξόγκωμα στο μέτωπο, αλλά αυτό δεν είναι πάντα σίγουρη διαφορά. Κατά τη διάρκεια της αναπαραγωγής, η εμφάνιση της αναπαραγωγικής θηλής είναι η καλύτερη διάκριση των φύλων. Αυτή είναι στρογγυλή στα θηλυκά και μυτερή στα αρσενικά.

Αναπαραγωγή: Υψηλός βαθμός δυσκολίας (8). Η αναπαραγωγή του είδους, σε συνθήκες αιχμαλωσίας, αν και θεωρείται ευκολότερη και πιθανότερη από την αντίστοιχη του Symphysodon Discus Heckel, δεν παύει να έχει υψηλό βαθμό δυσκολίας.

Παραλλαγές: Υπάρχουν αρκετές χρωματικές παραλλαγές του είδους, με κύριους αντιπροσώπους τους «Royal Blue» και «Red Royal Blue» που έχουν λιγότερες ή περισσότερες κόκκινες φλεβικές γραμμώσεις. Άλλοι: “Rio Urubu”, “Manacapurù”, “Rio Purus”

Ενυδρειακές απαιτήσεις – Φροντίδα: Υψηλός βαθμός δυσκολίας (7). Οι ενυδρειακές απαιτήσεις είναι περίπου οι ίδιες σε όλα τα είδη του γένους. Μέριμνα του ενυδρειίστα είναι οι γενικές παράμετροι του νερού να παραμένουν σταθερές και όσο το δυνατό να προσεγγίζουν τις φυσικές παραμέτρους των υδροβιοτόπων από τους οποίους προέρχονται.
Κατά τα άλλα, ισχύουν τα ίδια με την αναφορά των ενυδρειακών απαιτήσεων του Symphysodon Discus Heckel.

Symphysodon aequifaciatus axelrodi (Schultz 1960)

Brown Discus

Φυσική περιγραφή: Έχει το τυπικό κυκλικό σχήμα του δίσκου. Το χρωματικό φάσμα, στο περισσότερο μέρος του σώματός του, είναι κίτρινο- καφέ με εννέα κάθετες ρίγες. Αυτές οι ρίγες μπορεί να είναι εντελώς σαφείς, ευκρινείς ή ξεθωριασμένες ή και απούσες. Η ένταση των ριγών εξαρτάται από την ηλικία και την παραλλαγή του είδους. Ποικιλία από κηλίδες που ιριδίζουν καλύπτουν το σώμα του. Τα ραχιαία και εδρικά πτερύγια έχουν χρώμα που κυμαίνεται από μπλε-πράσινο έως κόκκινο, ενώ το ουραίο πτερύγιο είναι διάφανο. Τα πυελικά πτερύγια είναι μακριά και λεπτά, ενώ τα θωρακικά διαφανή και προτεταμένα.

Μέγεθος: Το ενήλικο ψάρι φτάνει τα 15 εκατοστά.

Παρεμφερή είδη: Τα υπόλοιπα είδη των δίσκων. S. aequifaciatus aequifaciatus, S. aequifaciatus haraldi, και S. discus

Φυσική Γεωγραφική προέλευση: Νότιος Αμερική. Γύρω από τις περιοχές Belem και Manaus, στους ποταμούς Purus και Urubu.

Επίπεδο διαβίωσης: Όπως και τα υπόλοιπα είδη του γένους των δίσκων, δραστηριοποιείται στον πυθμένα και τα μεσόνερα.

Παράμετροι νερού: pH 5-7.5 (6.7), 0-8 dH (5), 26-31°C

Κοινωνική συμπεριφορά: Ήρεμο και ειρηνικό ψάρι.

Διατροφή: Ίδιες διατροφικές ανάγκες με τα προαναφερόμενα είδη.

Διαχωρισμός Φύλου: Και σ’ αυτό το είδος, η διάκριση μεταξύ των φύλων είναι δύσκολη. Ισχύουν και πάλι, τα προαναφερόμενα.

Αναπαραγωγή: Όπως και στα υπόλοιπα είδη του γένους, έτσι και στην περίπτωση του Brown Discus θεωρείται εξαιρετικά δύσκολη η αναπαραγωγή, σε συνθήκες αιχμαλωσίας.

Παραλλαγές: Στην πραγματικότητα ο Brown Discus, αποτελεί υποείδος του είδους Green Discus.

Ποικιλίες: “Alenquer”, “Santarém”, “ Rio Tapajs”. Πολλοί δίσκοι της κατηγορίας αυτής εισάγονται από την νοτιοανατολική Ασία και φέρουν τα χαρακτηριστικά και τις αποχρώσεις των άγριων δίσκων.

Ενυδρειακές απαιτήσεις-Φροντίδα: Ο Brown Discus θεωρείται σαν το ευκολότερο είδος του γένους, από πλευράς φροντίδας και ενυδρειακών απαιτήσεων.
Δεν παύει όμως, να είναι ένα ευαίσθητο ψάρι και να χρειάζεται συχνές τμηματικές αλλαγές νερού, για να εξασφαλιστούν σταθερές οι παράμετροι διαβίωσης. Είναι ευαίσθητος στις αλλαγές της χημείας του νερού και στις μολύνσεις του. Όπως σε όλα τα είδη των δίσκων, χρειάζεται εξασφάλιση μεγάλης ποικιλίας ειδών τροφής. Ιδιαίτερα, έχει την ανάγκη περιορισμένων ταϊσμάτων, με καλά πλυμένα είδη σκουληκιών, τα οποία όμως, συνήθως του προκαλούν προβλήματα.

Διατροφικές συνήθειες του γένους Symphysodon

Ο σύγχρονος εξερευνητής και μελετητής των Άγριων Δίσκων Heiko Bleher ασχολήθηκε, μεταξύ άλλων, και με τις διατροφικές συνήθειες των ειδών του γένους Symphysodon στη φύση. Επί σειρά ετών μελέτησε συστηματικά, μαζί με την επιστημονική ομάδα του, τα είδη των τροφών, που προτιμούσαν οι Άγριοι Δίσκοι, αναλύοντας εργαστηριακά πεπτικό υλικό, που έπαιρνε από στομάχια και έντερα δειγμάτων. Στις αρχές του έτους 2006, δημοσίευσε τα αποτελέσματα ερευνών του, τα οποία παρουσιάζουν μεγάλο ενδιαφέρον.
Αξιοσημείωτο συμπέρασμα των ερευνών αυτών είναι ότι τα διάφορα είδη του γένους Symphysodon λαμβάνουν, στην κύρια τροφή τους, μεγάλο ποσοστό φυτικών πρωτεϊνών και οι διατροφικές τους συνήθειες αλλάζουν, ανάλογα με τις εποχικές περιόδους των υδροβιοτόπων (Ξηρασία, βροχές). Στις παραγράφους που ακολουθούν, περιγράφονται τα είδη των τροφών, που προτιμούν τα είδη των Άγρων Δίσκων και που αφθονούν στην ευρύτερη περιοχή του Αμαζονίου. Αυτά είναι:

1. Διάφορα οργανικά υπολείμματα (Detritus):
Αυτά αποτελούνται τόσο από ζωικές, όσο και φυτικές πρωτεΐνες. Αποτελούν οργανικές ύλες, που προέρχονται από τη ζούγκλα και καταλήγουν στο βυθό των ποταμών και των λιμνών, συνήθως σαν ιζήματα. Τα οργανικά αυτά ιζήματα, βρίσκονται σε κατάσταση αποσύνθεσης, συλλέγοντας στη μάζα τους μεγάλο αριθμό βακτηρίων, πρωτόζωων, μυκήτων και άλγης. Κατά τη διάρκεια της ξηρασίας (χαμηλή στάθμη υδάτων), τα είδη των Άγριων Δίσκων, εμφανίζουν τη συνήθεια να ανιχνεύουν συνεχώς το βυθό, τρεφόμενοι, σε μεγάλο ποσοστό από τα οργανικά υπολείμματα.

2. Φυτικές ύλες:
Αυτές αποτελούν τα διάφορα λουλούδια των φυτών, οι καρποί των καρποφόρων δένδρων, τα φύλλα, οι σπόροι και άλλα παρόμοια. Οι φυτικές τροφές αποτελούν μέρος της κύριας διατροφής Διατροφικές συνήθειες του γένους Symphysodon των Άγριων Δίσκων, κατά την περίοδο όπου τα νερά των ποταμών και των λιμνών παρουσιάζουν θεαματική αύξηση της στάθμης τους. Κατά τη διάρκεια της εποχής αυτής, η υπερβολική υγρασία ευνοεί την ανθοφορία και καρποφορία των διαφόρων δένδρων και γενικά των φυτών, όπου τα προαναφερόμενα προϊόντα τους πέφτουν στα νερά. Μερικά ονόματα των φυτών, όπου τα προιόντα τους ανιχνεύθηκαν στο πεπτικό σύστημα των Άγριων Δίσκων, είναι τα Arecaceae, Astrocaryum, Jauari, Bactris gasipaes, Leopoldina pulchra και άλλα πολλά.

3. Άλγη:
Τα είδη της άλγης είναι πολλά και διάφορα.
Κατατάσσονται σε βασίλεια, φυλές και τάξεις. Ο Άγριος Δίσκος μεταβάλλει τις διατροφικές του συνήθειες, όσον αφορά τις ανάγκες του για κατανάλωση άλγης, ανάλογα και πάλι, με τις εναλλαγές των εποχών. Για παράδειγμα, κατά τη διάρκεια της υψηλής στάθμης των υδάτων, περίπου στο τέλος του μήνα Ιανουαρίου, παρατηρείται μεγάλη ανάπτυξη πράσινης άλγης στο Lago Grande του Manacapuru. Το ενδημικό είδος της περιοχής, Symphysodon Haraldi-Blue Discus, καταναλώνει μεγάλες ποσότητες άλγης, όσο διαρκεί το φαινόμενο της έξαρσης αυτού του είδους της άλγης (Algae blooms). Ποια, όμως, είναι τα είδη άλγης που προτιμά ιδιαίτερα στο διαιτολόγιό του ο Άγριος Δίσκος, είναι κάτι που δυστυχώς δεν έχει εξακριβωθεί πλήρως.

Τα είδη της άλγης, που εξακριβωμένα από τις μελέτες, διαδραματίζουν κάποιο ρόλο στη διατροφή του, είναι τα ακόλουθα:

  • Chlorophyta (Chlorophyceae, Zgnematophyceae) γνωστή σαν πράσινη άλγη
  • Cyanophyta ή Cyanobacteria (Cyanophyceae) γνωστή σαν μπλε-πράσινη άλγη
  • Euglenophyta(Euglenophyveae) γνωστή σαν νηματώδης άλγη
  • Heterokontophyta Bacillariophyceae- Διατομική άλγη –
  • Chrysophyceae, Xanthophyceae γνωστή σαν καφέ άλγη
  • Rhodophyta (Florideophyceae) γνωστή σαν κόκκινη άλγη

4. Υδρόβια ασπόνδυλα:
Η κατηγορία αυτή των τροφών αποτελεί την πλέον διαδεδομένη τροφή των δίσκων γενικώς, όχι μόνο από τους ερασιτέχνες συλλέκτες, αλλά και από τους επαγγελματίες του είδους, παραγωγούς, πωλητές και γενικά από τους έμπειρους ειδικούς. Στην πραγματικότητα όμως, το είδος αυτών των τροφών δεν αποτελεί μέρος της κύριας διατροφής των Άγριων Δίσκων στη φύση.
Το γεγονός αυτό οφείλεται στο ότι οι παράμετροι του νερού των υδροβιότοπων του Αμαζονίου, όπου ζει το γένος Syphysodon, είναι αρκετά όξινες, με απουσία οργανικών διαλυμάτων, συνθήκες που δεν ευνοούν καθόλου την ανάπτυξη τέτοιων οργανισμών.

Οι υδρόβιοι ασπόνδυλοι οργανισμοί επιβιώνουν και αναπτύσσονται αποκλειστικά σε συνθήκες ουδέτερου ή αλκαλικού pH, με έντονη την παρουσία οργανικών διαλυμάτων.
Οι ελάχιστοι πληθυσμοί αυτών των οργανισμών παρουσιάζουν και άλλη μία ιδιαιτερότητα. Κατά την περίοδο της χαμηλής στάθμης των υδάτων, λόγω έλλειψης ανεύρεσης τροφής, τα είδη αυτά εμφανίζουν κανιβαλιστικές τάσεις, τρώγοντας το ένα το άλλο. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα, κατά την εποχή της υψηλής στάθμης, όπου είναι και η περίοδος της αναπαραγωγής τους, οι πληθυσμοί να είναι ελάχιστοι.
Τα υδρόβια ασπόνδυλα, που διαβιούν στην ευρύτερη περιοχή του Αμαζονίου και ανιχνεύθηκαν στο πεπτικό σύστημα των Άγριων Δίσκων, κατατάσσονται στις πιο κάτω αναφερόμενες ομάδες:

  • Zooplankton (Ζωοπλανκτόν) αιωρούμενοι, μεταφερόμενοι στο νερό μικροί οργανισμοί του ζωικού βασιλείου. (Copepoda, Cladocera, Arthropoda, Rotifera)
  • Benthos (Βένθος) μικροί οργανισμοί, που ζουν και αναπτύσσονται αποκλειστικά στο βυθό.
    (Rotifera, Copepoda, Ostracoda, Diptera, Porifera, Chironomidae, Oligocheta)
  • Perizoon μικροί οργανισμοί, που ζουν στις ρίζες των δένδρων και των φυτών γενικά, στα επιπλέοντα φυτά και στις πλημμυρικές ζώνες των δασικών περιοχών.
    (Prostigmata, Decapoda, Diptera, Ephemeroptera).

5. Χερσαία και Δενδρόβια αρθρόποδα:
Αποτελούν μικρούς οργανισμούς και νύμφες αυτών, που προέρχονται από το περιβάλλον της στεριάς. (Hexapoda, Diptera, Hymenoptera, Isoptera). Στα σχεδιαγράμματα που ακολουθούν, αποδίδεται μια εικόνα της ποσοστιαίας κατανομής των ειδών των τροφών, που προσλαμβάνει στη φύση, το κάθε είδος Άγριου Δίσκου, καθώς και οι μεταβολές των διατροφικών συνηθειών τους, ανάλογα με τις εποχές.

Γενικές Συμπληρωματικές πληροφορίες: Όλα τα είδη του γένους Symphysodon χαρακτηρίζονται σαν ήρεμα και ειρηνικά ψάρια. Ζουν σε κοπάδια μεγάλων πληθυσμών. Κατά τη διάρκεια της έντονης ηλιοφάνειας της ημέρας, το κοπάδι συγκεντρώνεται στις όχθες του ποταμού, ανάμεσα στις ρίζες των δένδρων και φυτών και γενικότερα στις σκιερές περιοχές.

Σημ. Οι βαθμοί δυσκολίας αναφέρονται σε κλίμακα 1 έως 10.


Μοιραστείτε με τους φίλους σας
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •  
  •